Mια Παρασκευή διαφορετική από τις άλλες

Ξύπνησα στις 5.30 το πρωί – τέτοιες δύσκολες ώρες χρειάζομαι πάντα τη βοήθεια του Αποστόλη, που κρατάει στα χέρια του τις νύχτες του οικογενειακού Εsperia…Εφυγα καθώς η μέρα φώτιζε δειλά δειλά για να συναντήσω το Μιχάλη και να στήσουμε το πρωινό στην Πυροσβεστική Ακαδημία.

Είχα κάτι αιώνες ν’ ακούσω πρωινή προσευχή σε προαύλιο, μέσα σε δευτερόλεπτα οι λέξεις μετέφεραν αναμνήσεις κι έφτιαξαν εικόνες που διέσχισαν σχεδόν 40 χρόνια σε μια τόση δα στιγμή.
Υποδέχτηκα τους καλεσμένους μας που ταξίδεψαν από διαφορετικά σημεία της χώρας, εκεί όπου οι μεγάλες οδικές αρτηρίες ενώνουν τους μεσημβρινούς της με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο καφές αρωμάτισε την πρωινή αμηχανία, τα χαμόγελα και οι προτροπές μου να δοκιμάσουν τα cookies με τα σοκολατένια δάκρυα λειτούργησαν ιαματικά.

Ο Μιχάλης έμεινε πίσω να φροντίσει τα coffee breaks και το fingerfood κι εγώ έφυγα για να ετοιμάσω με το Νίκο την ομάδα των 34 και το μεσημεριανό τους τραπέζωμα…Εφαγαν με όρεξη, έκαναν τα ωραία τους σχόλια, ήπιαν τον καφέ τους και έφυγαν σύντομα και οργανωμένα για το σεμινάριό τους.

Είχα ήδη τελειώσει απ’ όλα τα παράπλευρα καθήκοντα της μέρας γύρω στις 8, όταν έφυγα για το Votre Piree. Τα σοκολατάκια του Στέφανου ήταν το τελευταίο dot στη σύνθεσή μου, το κουτί με το μαγικό φραγκόσυκο του Σιγάλα, το mix ξηρών καρπών και τα αποξηραμένα φρούτα θα ισορροπούσε μόνο μ’ αυτά εδώ τα εκπληκτικά bouchees που φτιάχνονται απ’ τα πιο ωραία τυριά και κρασιά των Κυκλάδων.

Η Ελισάβετ ξετρελάθηκε με την αλατισμένη καραμέλα, τη φράουλα και το μετσοβόνε, εγώ παραδόθηκα στο ελαιόλαδο με τη ρίγανη, το τσίπουρο και το τηνιακό τυράκι.

Το gift basket παραδόθηκε στην ώρα του – η εντολή ήταν ρητή, » απόψε και μετά τις 9, για νάχω φτάσει». Χαμόγελα συνόδεψαν την άφιξή του – άλλο που δεν ήθελα για να μπω στις γοητευτικές λεπτομέρειες των προσφερομένων.

Τί ωραία που συνοδεύουν οι μουσικές την έλευση της νύχτας…Η επιστροφή γέμισε με τη σιωπηλή μας συνομιλία – το κοινό μας απόγευμα είχε πάλι ισιώσει τις καμπύλες, μας είχε φέρει πιο κοντά. Κάπου εκεί στην Ξενίας, η Ελι έκανε την κίνησή της… Να σε πάω κάπου? Στρίψε!

Σ’ ένα λεπτό βρισκόμασταν στο Πανόραμα – η πόλη ολόκληρη απλώθηκε στα πόδια μας, λαμπερή και σαγηνευτική, στην καλύτερη εκδοχή της…Ανέπνευσα βαθιά, τα φώτα της πόλης με γέμισαν μαγεία – τ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού τη διόγκωσαν εξωπραγματικά…Φαντάστηκα χείμαρρους από πεφταστέρια απ’ τα βάθη του Ωρίωνα. Να πέφτουν, να συνωστίζονται, να αρδεύουν τη ζωή μου με ευτυχία.