H τέχνη της ζωής

Και μετά ήρθε η ανάρτηση της Αγγελικής – ξεχωριστές γυναίκες κι οι δυό τους….

«Διασχίζουμε την Πανεπιστήμιου με ταξί. Η πόλη σχεδόν έρημη σε εργάσιμο πρωινό, κλείνει τρομοκρατημένη, με την ανάμνηση παλιών, συσσωρευμένων πληγών. Κατεβασμένα τα ρολά στο Attica, οι τράπεζες θωρακισμένες, στην Αρχαιολογική Εταιρεία προστατευτικά κιγκλιδώματα. Η κατάντια της χώρας.
Φτάνουμε στην Τροχαία. Ουρά κυριολεκτικά στό σκοτάδι, στα σκαλιά του βρωμερού κτιρίου, λάμπες καμμένες, η βροχή μπαίνει ορμητικά απ’τα παράθυρα, σκουπίδια παντού. Αστυνομικοί στο διάλειμμα, με τις τυρόπιτες στο χέρι, τα κορίτσια συζητούν για μια εκπομπή. Η εξυπηρέτηση στον πάγο, η χώρα στο pause».

Αγκυροβόλησα στη λέξη κατάντια, δε νομίζω να μπορεί συλλογικά να μας εκφράσει πιο δίκαια μια λέξη αυτή τη στιγμή.

Η μέρα μεταμορφώθηκε με το βάρος τόσης ματαίωσης, με τόσες διαθέσεις που άλλαξε φάνηκε σα να μην ξέρει αν θέλει να ζήσει ή να πεθάνει…Περιφέρθηκα ζαλισμένη από την τόση μελαγχολία, άνοιξα το παράθυρο να αναπνεύσω ουρανό, θυμήθηκα την Ελένη και την παραίνεσή της «ας είμαστε όλες δυνατές, δεν υπάρχει τοίχος δίχως πόρτα».

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο Δημήτρης που μούλεγε χαρούμενος ότι βρήκε τί θα βάλουμε στο καλάθι που ετοιμάζω. Αρχισε να μου περιγράφει ενθουσιασμένος ασημένιες κουταλοθήκες, κρυστάλλινες μουσταρδιέρες κι επάργυρα σερβιστικά, «ένα απ’ όλα αυτά τα περιττά θα δώσουν στο καλάθι σου αέρινη λάμψη».

H τέχνη του περιττού φτερούγησε στον αέρα, ένα αλάτι της ζωής πήγε να κυλήσει από το μυαλό μου και μετά ήρθε ξαφνικά και καρφώθηκε μπροστά μου η Λευκάδα.

Θυμήθηκα ότι «υπάρχει μόνο ένα νησί για τον καθένα, που πρέπει να το βρει, να μείνει εκεί».

Κι ένοιωσα ευτυχισμένη