Ανάβαση στα Γεράνεια

Η απρογραμμάτιστη ανάβαση στα Γεράνεια πήρε όλους τους πρωινούς μου φόβους, λειτούργησε απελευθερωτικά.

Η ήρεμη δύναμη της απέραντης θάλασσας, το έκδηλο πράσινο των πεύκων και οι ψηλές, απόκρημνες κορυφές ξέπλυναν τις εστίες του άγχους, απάλυναν τις αμφιβολίες, τοποθέτησαν το πλαίσιο των νέων δεδομένων που πρέπει να επεξεργαστώ…

Με οργάνωσαν και με πειθάρχησαν.

Εφτασα σαν άνεμος στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία, η δειλά ευγενική μου παράκληση εισακούστηκε γενναιόδωρα κι η πύλη άνοιξε χωρίς αργοπορία παρότι ήταν πια ώρα κοινής ησυχίας.

Το μειλίχιο χαμόγελο της γηραιάς μοναχής που με περίμενε στο τέλος των άπειρων σκαλοπατιών μαλάκωσε την τρικυμισμένη μου αναπνοή, η ξενάγησή της έχτισε διέξοδο στη συγκίνησή μου, το υψόμετρο και η διαύγεια του τόπου άνοιξαν πόρτα στον ουρανό…

Μια παράξενα στοργική αγκαλιά σα να με έκλεισε μέσα της, ντράπηκα να ξεχαστώ εκεί κλεισμένη κι ας μου φαινόταν να αιωρούμαι στα σύννεφα έτσι που φεγγοβόλαγε ο λευκός ασβέστης κάτω από τα πόδια μου.

Η μονή του Οσίου Παταπίου με περίμενε ολάνοιχτη τρείς στροφές παραπάνω.