Ο στοργικός ‘Oσιος

Μου φάνηκε πως έφτασα στο τέλος του κόσμου, το μοναστήρι φάνταζε σαν αετοφωλιά έτσι γαντζωμένο που κρέμονταν κάτω από τη βουνίσια κορφή.

Τέλος Οκτώβρη. Απόγευμα αραχνούφαντο, ακίνητο κι ένας άλλος κόσμος διαφορετικός, φυσικός και παρθένος.

Ανέβηκα ευλαβικά τα τσιμεντένια σκαλοπάτια, η καρδιά μου πιέστηκε από τον ανηφορικό Γολγοθά του βουνού έτσι άμαθη που είναι σε σκληρές συνθήκες… Βρέθηκα στον εξώστη να κοιτάζω τη μαγική θέα, σχεδόν να πιάνω τα σύννεφα που βάραιναν τον ουρανό και να κατακλύζομαι από ένα δροσερό αεράκι που έφερνε στη μύτη μου λιβάνι ανακατεμένο με τη μυρωδιά του αλατιού και της καταχνιάς.

Ενα παράξενο τελετουργικό μπερδεύονταν με χάρη μπροστά μου από τις εφηβικές φιγούρες των γερασμένων καλογριών: μυρωδιές, μουσικές, φωνές και χειρονομίες – συνέχεια μιας ευαισθησίας που γεννήθηκε αιώνες πριν… Μπήκα με παιδιάστικη ορμή στη σκήτη του Αγίου: να ανάψω κερί, να προσκυνήσω, να θαυμάσω τις τοιχογραφίες, να στείλω θερμή προσευχή.

Η αδελφή Φιλοθέη διάβαζε αμέριμνη το βιβλίο της έξω από το ναό -κρατώντας το κομποσκoίνι της μου έφερε στο νου για μια στιγμή τη συμπυκνωμένη σοφία της γέρικης χελώνας.

Και τί παράδοξη σύμπτωση! Στο εσωτερικό της εκκλησίας βρισκόταν η κοιμηθείσα το πρωί αδελφή – «έφυγε πλήρης ημερών, μπείτε να πάρετε την ευχή της». Δύο μοναχές πανταχού παρούσες – ακοίμητες φρουροί κι οι υπόλοιπες με ανειλημμένες πράξεις καθήκοντος…

Αυτό το «μπορείτε να πάρετε την ευχή της» μου φάνηκε σα ζεστή πατρική παλάμη στον ώμο. Μπήκα στην εκκλησιά διστακτική, ξέρω ότι η θλίψη έχει βαρύ κραδασμό και δίνει στον αέρα εκείνο το δύσκολο γκρι χρώμα που δεν έχει ούτε κενά ούτε ανάσες.

Η απίστευτη γαλήνη που έρεε παντού με αιφνιδίασε, ένοιωσα αμέσως αυτή τη νηφάλια σύμπτωση του όντος που έρχεται κι εκείνου που φεύγει, τη διηνεκή και ατελεύτητη συνύπαρξη του ορατού με το αόρατο, του σαρκικού και του ψυχικού… Η αναπνοή μου έγινε προσευχή, η καρδιά μου γέμισε συναισθήματα, τα συναισθήματα έφεραν σκέψεις, οι σκέψεις ποτίστηκαν με λέξεις, οι λέξεις με βούλιαξαν στη σιγή, εκεί που συναντάω πάντα θαύματα.

Φίλησα τα τρυφερά ηλικιωμένα χέρια, πήρα την ευλογία τους, κράτησα ό,τι μπορούσα απ’ την ακτινοβόλα καλοσύνη του τόπου.

Κατέβηκα αργά τα τσιμεντένια σκαλιά αγωνιώντας να διατηρήσω αλώβητες τις αναμνήσεις κάθε μικρής λεπτομέρειας. Των κινούμενων πεύκων, της λαμπυρίζουσας θάλασσας, των σκιών πάνω στους βράχους, της υπερκόσμιας σιγαλιάς, όλων των ευωδιών, όλου του φωτός που μου προσφέρει αυτή τη μαγική ώρα ο κόσμος.

Κλίμαξ, από γής μέχρις ουρανού.

Ψυχοσωτήριος Κλίμαξ.