Ο Μάριος ήταν ήδη εκεί, με αναγνώρισε εύκολα κι ας μη με είχε ξαναδεί ποτέ…Το ίδιο κι εγώ.

Καθίσαμε μέσα στην πιο ωραία απογευματινή κοιλάδα του ήλιου, αφέθηκα στις ζωογόνες ακτίνες του να ζεστάνουν την ψυχή μου…Ακουσα την ιστορία του και θυμήθηκα τη ζωή μου, η θάλασσα έφερε ως τις κούπες μας την αύρα της, την άφατη στοργή της αγκαλιάς της.

Δέχτηκα με ενθουσιασμό να περπατήσουμε, ήταν σίγουρος ότι η θέα θα ήταν αποσβολωτική, ότι δεν θα την είχα ξαναντικρύσει. Και είχε δίκιο.
Στρίψαμε στην πιο ασήμαντη στροφή της ανηφόρας, ποιός να φανταστεί τί θα απλωνόταν στο τέλος της!